Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιητής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιητής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Εις μνήμην Γιάννη Τσίγκρα, συγγραφέα, ποιητή...





Ό,τι μπόρεσα να βρω για τον Γιάννη Τσίγκρα.  Έναν φίλο απ' τα μπλογκ, μετά απ' το φέις... έναν φίλο ζωής...


kai na adelfe mou.wmv


giannis tsigkras.wmv


kolaz stigmwn ekdhlwshs.wmv





"Αι Λέξεις" - Γιάννης Τσίγκρας - Δημ. Ραδ. Βόλου 1

Πληροφορίες απ' το βίντεο: 
"Αι λέξεις" - Ραδιοφωνική εκπομπή του Γιάννη Τσίγκρα στο Δημοτικό
Ραδιόφωνο Βόλου. Καλεσμένη του η Κατερίνα Σταματίου - Παπαθεοδώρου. Θέμα: Βιβλία. (Γράμμα στη μάννα με δύο ν και Ιστορία που την έγραψαν παιδιά) Καλοκαίρι 1999 
Συνέντευξη της ίδιας από τον συγγραφέα Γιάννη Τσίγκρα.



"Αι Λέξεις" - Γιάννης Τσίγκρας - Δημ. Ραδ. Βόλου 1γ


"Αι Λέξεις" - Γιάννης Τσίγκρας - Δημ. Ραδ. Βόλου 1δ


"Αι Λέξεις" - Γιάννης Τσίγκρας - Δημ. Ραδ. Βόλου 2

"Αι Λέξεις" - Γιάννης Τσίγκρας - Δημ. Ραδ. Βόλου 3


"Αι Λέξεις" - Γιάννης Τσίγκρας - Δημ. Ραδ. Βόλου 4



Οι τερματοφύλακες των πάρκων - Γιάννης Τσίγκρας

Mία ανάρτηση απ' το μπλογκ του, με τους γονείς του... http://giannistsigkras2012.blogspot.gr/2013/02/blog-post_7038.html

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013


ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΣΜΙΛΕΥΟΥΝ ΤΟ ΑΕΙ


ΓΑΡΥΦΑΛΛΟΣ ΔΟΥΚΙΔΗΣ - ΠΑΡΕΛΑΣΗ 1966-
ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΕΠΙΣΗΜΩΝ,
ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΟΧΡΩΜΟ ΣΑΚΚΑΚΙ



Η ΜΗΤΕΡΑ, ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΣΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΤΗΣ .
ΜΑΣ ΑΦΗΣΕ-
ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ
ΟΥΡΑΝΟΔΕΙΧΤΕΣ-
ΕΒΔΟΜΗΝΤΑΟΧΤΑΧΡΟΝΗ


Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΤΑ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ,
ΚΟΜΠΑΡΣΟΣ,
ΠΛΑΪ ΣΤΗ ΛΑΜΠΕΤΗ

2 σχόλια:

  1. .... o πατέρας.. η μητέρα.. τι όμορφο!!! ...
    νάσαι καλά φίλε Γιάννη!
    Απάντηση
  2. Ναι,Παρασκευή μου, όλα καλά και σ' ευχαριστώ. Σκέπτομαι μόνο το "γιατί γίνονται όλα αυτά";Τί σημασία έχει ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ;Να το δούμε εικαστικά ή τους, ήδη, ψηλαφώ;Γιατί θυμούμαστε το Παρελθόν όταν το κάνουμε, σχεδόν, Παρόν μας;
    Απάντηση

  3. Δύο βιβλία του εδώ: 

Η δίψα του Ελπήνορα
Διηγήματα
Συγγραφείς:   Γιάννης Τσίγκρας
Θέμα:  Ελληνική πεζογραφία
Εκδότης: Νεφέλη
Σελίδες:  108
Ημ. Έκδοσης: 01/01/1996

Τερματοφύλακες των πάρκων
Τερματοφύλακες των πάρκων
Συγγραφείς:   Γιάννης Τσίγκρας
Θέμα:  Ελληνική πεζογραφία
Εκδότης: Νεφέλη
Ημ. Έκδοσης: 01/01/1990












Κάτι για μένα... από το 2012...






Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012


Στη φίλη Παρασκευή Μαλούχου


ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ ΒΑΒΥΛΩΝΟΣ
 Ή
                           Η ΒΙΛΑ ΤΗΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ







Η Λόλα, μια παλαιά μου γειτόνισσα( Ρίτσα ήταν το όνομα που σε κάποιους είχε δηλώσει ως  βαφτιστικό της, αλλ΄αμφιβάλλω αν  κι εκείνο υπήρξε  πραγματικό),είχε μια μάνα, μια γριούλα  υπερβολικά σκυφτή και πάντα χαμογελαστή.
Η γυναικούλα αυτή διατηρούσε μονίμως  την έκφραση του ανθρώπου που, μυστικά, συνομιλεί με τη μάνα γη- προς αυτή μόνο της επέτρεπε  μια βαριά  κύφωση της να νεύει.  
Όταν σε συναντούσε, περπατώντας από το σπίτι της έως την ελιά του Μποχώρη, το μοναδικό δέντρο της γειτονιάς, τραγουδώντας σμυρναίικα τραγούδια, όταν σε συναντούσε, σε χαιρετούσε και  πρότεινε να σε φιλοξενήσει “στη βίλα της, στην Κηφισιά”. Κι όταν έβλεπε, κοιτάζοντας πλάγια και πάνω, την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου, έκανε μια μικρή υπόκλιση  και “ιδού, περάστε” έλεγε κι ανέβαινε αόρατα σκαλοπάτια, άνοιγε, χωρίς το παιδικό τσιγκλιδόν ανύπαρκτες πόρτες, σου πρόσφερε αέρινες καρέκλες και σε κερνούσε νεραντζάκι γλυκό, εκεί στη μέση του  δρόμου, πλάι στα αποσιωποιητικά της σβουνιάς που άφηναν τα άλογα, μαζί με  τα χρεμετίσματα και τις επί ώρες αιωρούμενες φωνές των πλανοδίων.
Από την κόρη της βέβαια μάθαμε ότι, με την καταστροφή της Σμύρνης, ήλθε κι εγκαταστάθηκε σε ένα τσιγκομαχαλά της Κοκκινιάς. Τότε έπαθε, συμπλήρωνε η Λόλα.
Αυτή ήταν και η μόνη τρέλα που είχε. Σ΄ όλα τα άλλα  βρίσκαμε τη συμπεριφορά της  απόλυτα  λογική και φυσική.
            Όσο τη γνωρίζαμε βέβαια, επειδή, τον περισσότερο καιρό, έμενε κλεισμένη στο σπίτι της κόρης της.
 Η Λόλα είχε σίγουρα πατήσει τα πενήντα, διέθετε ημιμύστακα και ήταν παντρεμένη με τον εικοσιοχτάχρονο σμηνίτη  Βλάση, αγνώστου και τότε, επωνύμου.
Δεν θυμάμαι γιατί την προσαγορεύμαμε με  εκείνο το όνομα. Ίσως  άρεσε στην ίδια, ίσως στον άντρα της, ως  χαϊδευτικό. Τώρα που το σκέφτομαι- σ΄ εκείνη την ηλικία, ακόμη  κι αν μου το΄ λεγες δεν θα το καταλάβαινα- ίσως να αποτελούσε δημοφιλές ψευδώνυμο, από εκείνα που γράφονται σε πόρτες σπιτιών με κόκκινα φανάρια. Δεν το λέω αυθαίρετα αυτό. Τη χαρακτήριζε μια ελευθεριότητα συμπεριφοράς, με εκφράσεις που έκαναν τις άλλες γειτόνισσες να τινάζονται, όσες την άκουγαν για πρώτη φορά- η οποία τις περισσότερες φορές ήταν και η τελευταία- ή να ξεροκαταπίνουν, οι ελάχιστες που την είχαν πλέον συνηθίσει.
Έμεναν με ενοίκιο σ΄ ένα δωματιάκι με μια μεγάλη δίφυλλη, καφετιά πόρτα που άνοιγε κατευθείαν στο δρόμο.
Το κυρίως σπίτι βρίσκονταν στο βάθος μιας αυλής χωρίς χαραγμένο κήπο, ένα οικόπεδο δηλαδή, πνιγμένο στα αγριολούλουδα, μαργαρίτες και ανεμώνες και “του κούκου το ψωμί”. Εκείνα τα χρόνια, περνούσαμε το χαμηλό πορτάκι και ψάχναμε εκεί για μαρουδίτσες και ακρίδες.  
Αυτή την πόρτα βλέπαμε να  περνάει βιαστικά το “ζευγάρι της Αγίας Παρασκευής”, όπως τους έλεγε- δεν ξέρω για ποιο λόγο-η μάνα μου. Με κατεβασμένο το κεφάλι, ανασηκώνοντας τους γιακάδες των  πελώριων παλτών που συνήθιζαν, ακόμη και φθαρμένα, να φορούν τότε.
Πράγματι κρύβονταν. Γιατί και από ποιους το γνωρίσαμε αργότερα. Εκείνοι δήλωναν ότι “θα έπρεπε να προσέχουν την υπηρεσία του Βλάση”, επειδή δεν επιτρέπονταν οι γάμοι των στρατιωτικών, κάτω από κάποια ηλικία- δεν γνωρίζω αν ισχύει ακόμη αυτή η απαγόρευση.
Ο γάμος τους έγινε με άκρα μυστικότητα και με κουμπάρο τον πατέρα μου, που αναλάμβανε όλες τις “δύσκολες αποστολές”, στον Προφήτη Ηλία Αλυκών, ένα μικρό  ξωκκλήσι ,  πάνω σε ένα λόφο,  απέναντι από  τα τείχη που έχτισε στην περιοχή ο Δημήτριος ο Πολιορκητής για να προστατεύσει την πόλη που πήρε το όνομά του.
Ανεβαίναμε συχνά στο εκκλησάκι. Θυμάμαι κάποιους μαγικούς εσπερινούς,  με τις παλιές εικόνες να χάνονται σε σύννεφα λιβανιού στα Ανοιξαντάρια.
Φτάναμε στην κορυφή του λόφου  από ένα μονοπάτι που θύμιζε φίδι που λιάζεται, ξαπλωμένο μέσα σε φραγκοσυκιές και θυμάρια. Αριστερά  απλώνονταν η  θάλασσα  και μπροστά παλαιά Εθνική οδός Βόλου- Αθηνών τραβούσε προς το λόφο του Σωρού. Στον ανήφορο, βλέπαμε από ψηλά να ανεβαίνουν μακρύκαρα, σούστες και το λεωφορείο της γραμμής Βόλου- Αθηνών. Αυτά ήσαν τα μόνα οχήματα που κυκλοφορούσαν τότε.
 Σ΄ ένα στρογγυλό κουτί από σοκολατάκια του 1938 όπου , κατά παράδοση, φυλάμε τις παλιές  φωτογραφίες, υπάρχει, ασπρόμαυρα απαθανατισμένη σε μυγοδιάστικτο πλαίσιο, η έξοδος του ζευγαριού από το ναΐσκο. Οι λίγοι καλεσμένοι κοιτάζουμε προς τη δύση. Μόνον ο Γιώργος, ο Αράπης, συνομήλικος μου, κουρεμένος με την ψιλή, με  παντελονάκι έως τα  γόνατα, είναι στραμμένος  προς τα αριστερά και, γονατιστός, μοιάζει να παίζει  βόλους  με τα κυπαρισσόμηλα του προαυλίου.
Υποθέτω ότι οι υπόλοιποι  θαυμάζουμε τα χρυσάφι του δειλινού στην κορυφή Παλατάκι. Στις αιθρίες, κυρίως της Άνοιξης και του Φθινοπώρου, στην αργή του τσουλήθρα, ο ήλιος βυθίζεται εκεί, αφήνοντας πίσω του  όλες τις ανταύγειες του ωχρού και του κόκκινου. Είναι εντυπωσιακό ότι κανείς δεν προσέχει το ζευγάρι, καμιά κοπελίτσα της παντρειάς δεν κοιτάζει “πόσο όμορφη είναι η νύφη”. Ακόμη κι ο Βλάσης, λίγο σκυφτός, φαίνεται να προσπαθεί να συνειδητοποιήσει κάτι. Η Λόλα βλέπει κατευθείαν στο φακό, χωρίς όμως να  καμαρώνει.
 Μόνον η  μάνα της, λίγο πιο σκυφτή απ΄ ό,τι  τη θυμάμαι, με ολάνοιχτα χέρια, δεξιώνεται ήδη τους καλεσμένους στη βίλα της Κηφισιάς.
Με την εγκατάστασή τους, ως νόμιμου πλέον ζευγαριού, η Λόλα και ο Βλάσης όρισαν τις σχέσεις τους με τους γείτονες, υπολογίζοντας ως ανισοσκελή κι αντεστραμμένη τη γνωστή λογιστική: Λαβείν ναι, δούναι όχι. Ευχαρίστως έτρωγαν από τα σκεπασμένα πιάτα της σπιτονοικοκυράς τους, της Αρετής, εύκολα ζητούσαν δανεικά από τη χοντροΕυτυχία, την πιο καλόκαρδη γυναίκα στο “Συνοικισμό Αναπήρων” – έτσι ονομάζονταν πομπωδώς η επικράτειά μας, τα δυο τετράγωνα με τα πέντε, όλα κι όλα, σπίτια. Το μπακαλοδεύτερο του πατέρα μου, που σώζονταν ως τον καιρό της πλημμύρας στη Νεάπολη, μαρτυρούσε ότι η καθημερινή, βερεσέ,  τροφοδοσία τους περιλάμβανε αυγά ημέρας, ξηρά χταπόδια, ελιές θρούμπες και ρετσινάτο κρασί χύμα.
Όλοι  τα βοηθούσαν “τα καημένα τα  παιδιά”.
 Κι εκείνοι ζητούσαν, δέχονταν κι επεδίωκαν αυτή τη βοήθεια. Χωρίς όμως να προσφέρουν. Ούτε καν τις ελάχιστες πληροφορίες οι οποίες,  σε κάθε μικροκοινωνία, επιτρέπουν την οικείωση μέρους του ζωτικού χώρου του άλλου, έτσι ώστε να λειτουργεί η κοινότητα..Nα χαίρονται, δηλαδή, οι πάντες με τη χαρά του ενός και να καθίσταται   κοινή η ατομική θλίψη.
 Ή (επειδή δεν ζούμε σε κοινωνία αγγέλων) να συμβαίνει και το αντίθετο: Η πίκρα του ενός να αποτελεί πηγή αγαλλίασης εκείνων που στενοχωρούνται με τη στιγμιαία ευδαιμονία του.
Απαγόρευαν κάθε εισβολή στο μικρόκοσμό τους. Όταν ο άντρας της έφευγε με το πρώτο λεωφορείο  για το αεροδρόμιο, εκείνη έπιανε το κέντημά της. Συχνά, συνήθως όταν γύριζε από τη δουλειά του, συντρόφευε τις δυο γυναίκες η Αντριάνα, ο μοναδικός εν Ελλάδι τραβεστί εκδοροσφαγέας. Φαλακρός, με αλογοουρά, μακρύ φουστάνι και ματωμένες γαλότσες. Στην επιλογή του  πιστεύω ότι βοήθησε και το ότι, συν τοις άλλοις, ήταν και κωφάλαλος.
Η Λόλα μιλούσε ακόμη και σε μας τα παιδιά. Έμπαινε στα παιγνίδια μας. Με τη βέρα της παίζαμε τo “που ΄ντο, που΄ ντο το δαχτυλίδι”.

Κάποια μέρα, η  δίφυλλη  καφετιά πόρτα παρέμεινε κλειστή. Ένας σκύλος γεύτηκε το περιεχόμενο του σκεπασμένου πιάτου που ακούμπησε η σπιτονοικοκυρά στο κατώφλι της. Ο άντρας της όμως, άνθρωπος της πιάτσας, που ΄χε δει κάποιες ύποπτες κινήσεις, ρώτησε κι έμαθε από τον περιπτερά ότι, όχι μόνο ο Βλάσης δεν πήγε στη δουλειά του αλλ΄ αντίθετα, οι τρεις νοικάρηδές του, κρατώντας δυο μεγάλες βαλίτσες, πήραν το πρωινό λεωφορείο για την Αθήνα.
Χωρίς να διστάσει άνοιξε, με το δεύτερο κλειδί που κρατούσε, την πόρτα. Το δωμάτιο άδειο. Τα σανίδια μόνο των ντιβανιών, ένα δοχείο νύχτας, κάλτσες και  παλιές εφημερίδες.
“Τα ενοίκια μου” φώναξε ο σπιτονοικοκύρης κι ειδοποίησε τον πατέρα μου και την χοντροΕυτυχία που γνώριζε ότι “είχαν να λαβαίνουν”. Όλοι μαζί αποφάσισαν να κυνηγήσουν τους λαθροφυγάδες με ταξί.

Τους πρόλαβαν  στον ανήφορο του Μπράλου. Ο ταξιτζής έκοψε, κορνάροντας, μπροστά στο λεωφορείο. Κατέβηκαν ο οδηγός, οι τρεις καταζητούμενοι αλλά και κάμποσοι περίεργοι επιβάτες.
Κι εκεί, στο σαματά που ακολούθησε μέσα στην ομίχλη και τρόμαξε ανθρώπους και όρνεα, η “παθημένη”  απομακρύνθηκε λίγο. “ Ελάτε, ελάτε, χωράτε όλοι στη βίλα μας, ελάτε κι εσείς καλοί μου άνθρωποι”, τσίριξε για να ακουστεί, δείχνοντας τους επιβάτες που είχαν κατεβεί. “Να ανοίξω και το χρηματοκιβώτιο- να, πάρτε, πάρτε τα λεφτά σας κι εσείς”, συνέχισε να μοιράζει σ΄ όλους αόρατο πλούτο. “Εμείς δεν είμαστε μπαταξήδες”.

***
Υγ. Κατερίνας: "...Το θέμα της αφιέρωσης
αποφάσισέ το εσύ.Δεν ξέρω τί να γράψω."

Απάντηση: "Τίποτα παραπάνω, Γιάννη. Είναι το "Ευχαριστώ" σου για την τιμή της φιλοξενίας της στο blog της, συν ότι της εύχεσαι τα "Καλύτερα" στη ζωή της! Ξέρει ότι εσύ "δεν τα καταλαβαίνεις τα ιντερνετικά" και σε καταλαβαίνει, όπως όλοι οι φίλοι σου! Γράφε εσύ όπως ξέρεις, κι άσε εμάς να "μιλάμε" για σένα!"

3 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ πολύ... έδωσα ένα πήρα εκατό!!!

    Δεν το περίμενα!!!

    Πολύ ωραία γράφεις αγαπητέ φίλε!!! Μου άρεσε πολύ αυτό το κείμενο!!! Εύχομαι τα καλύτερα!!!

    Ευχαριστώ,
    Παρασκευή Μαλούχου

    Υ.Γ . Κατερίνας και 'γώ!!! Κατερίνα μου... πάλι κοκκίνησα!!!!
    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ πολύ... έδωσα ένα πήρα εκατό!!!

    Δεν το περίμενα!!!

    Πολύ ωραία γράφεις αγαπητέ φίλε!!! Μου άρεσε πολύ αυτό το κείμενο!!! Εύχομαι τα καλύτερα!!!

    Ευχαριστώ,
    Παρασκευή Μαλούχου

    Υ.Γ . Κατερίνας και 'γώ!!! Κατερίνα μου... πάλι κοκκίνησα!!!!
    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αγαπητή, Παρασκευή. Στα 60 μου χρόνια,κατάλαβα την πανομοιότητα της στίξης. Στη θέση των δικών σου θαυμαστικών, τοποθέτησε τα δικά μου αποσιωποιητικά. Ή αν το θες διαφορετικά, κοιτάζοντας πίσω από τον καθρέφτη, δεν μπορώ να με περιγράψω. Μπορώ όμως να εκφράσω το θαυμασμό μου για ένα από τα ωραιότερα, και σίγουρα το πλέον γενναιόδωρο, blogg. Σ' ευχαριστώ θερμά.
    Γιάνννης
    Απάντηση


Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

20 ποιητές - 20 ποιήματα Μια μικρή προσωπική ανθολογία, από τον Δ. Φύσσα...

 
ΠΗΓΗ!!! http://www.athensvoice.gr/article/culture/books/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF/20-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%82-20-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1 
 
 
 image






Για την Παγκόσμια Μέρα Ποίησης, διάλεξα 20 νεοέλληνες ποιητές – ποιήτριες κι ένα ποίημα από τον καθένα / την καθεμιά. Κριτήρια είναι α. η ποιότητα β. η ιδιαιτερότητα του ποιήματος (π.χ. ποίημα πεζογράφου, ποιήματα όχι πολύ γνωστά ή στίχοι τραγουδιού / μελοποιημένα ποιήματα,) ή του δημιουργού γ. η μη μεγαλοστομία και η μη στράτευση σε οτιδήποτε δ. να μη ζει πια ο ποιητής. Η παράθεση γίνεται με βάση τη χρονολογική σειρά της γέννησης. Αν έστω κι ένα απ΄ τα ποιήματα που ακολουθούν σάς «πει» κάτι, η μικρή αυτή προσπάθεια θα έχει πετύχει το στόχο της.
1. Γεώργιος Βιζυηνός (1849 – 1896)
Πολύ περισσότερο γνωστός σαν ο άνθρωπος που θεμελίωσε το νεοελληνικό διήγημα

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ

Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
–Θεός να μην το κάμη
να γίνη αληθινό!
Στην όχθη του στεκόντανε
γνωστό μου παλικάρι,
χλωμό σαν το φεγγάρι,
σαν νύχτα σιγανό.
Αγέρας το παράσπρωχνε
με δύναμη μεγάλη,
σαν νάθε' να το βγάλη
απ' της ζωής την μέση.
Και το νερό, π' αχόρταγα
τα πόδια του φιλούσε,
θαρρείς το προσκαλούσε
στ' αγκάλια του να πέση.
–Δεν είν' αγέρας, σκέφθηκα,
και σένα που σε δέρνει.
Η απελπισιά σε παίρνει
κι η απονιά του κόσμου!
Κι εχύθηκ' απ' τον θάνατο
τον δύστυχο ν' αρπάξω…
Ωιμέ! Πριν ή προφθάξω
εχάθηκ' απ' εμπρός μου!
Στα ρέματα παράσκυψα,
να τον ευρώ γυρεύω.
Στα ρέματ' αγναντεύω–
Το λείψανό μ' αχνό!…
Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
–Θεός να μην το κάμη
να γίν' αληθινό!
2. Κ. Π. Καβάφης (1863 – 1933)
Πιθανώς ο σημαντικότερος και σίγουρα ο γνωστότερος στο εξωτερικό νεοέλληνας ποιητής

Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.
Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήσει.
3. Κώστας Καρυωτάκης (1896 – 1928)
O άριστος δεξιοτέχνης που έφτασε τον παραδοσιακό στίχο όσο ψηλά μπορούσε να πάει

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα 'ναι
ζήτημα ύψους.
Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ' ένα
Αμάλθειο κέρας.
(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Ονειρο ανάγλυφο, θα 'ρθω κοντά σου
κατακορύφως.
Οι ορίζοντες θα μ' έχουν πνίξει.
Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.
Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ' αρέσω.
4. Μήτσος Παπανικολάου (1900 – 1943)
Λυρικός, μοναχικός, σχεδόν ξεχασμένος σήμερα

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
Ο βοριάς πλαταγίζοντας ξεδιπλώνει σημαίες,
παραμονεύουν τέρατα στους δρόμους,
έχει σκεπάσει η θάλασσα τις προκυμαίες·
το παραμύθι ξαναζεί με τους γλυκούς του τρόμους.

Λαχτάριζα την ώρα αυτή μήνες, μέρα τη μέρα—
την κλειστή κάμαρη, τη λάμπα την αγαπημένη.
Ανάλλαγη, σαν είκοσι χρονών, είναι η μητέρα·
τα μάτια της χαμογελούν, το στόμα της σωπαίνει.

Ήμουν θλιμμένος, άρρωστος, χωρίς χαρά κι ελπίδα,
περιπλανήθηκα στη γη, χρόνια πολλά, πολλά...
Μα απόψε απ' τα ταξίδια μου γύρισα στην πατρίδα
και βρήκα τη μητέρα που χαμογελά.

Είναι όλα πάλι γνώριμα μες στο σπιτίσιο βράδυ:
Η κάμαρη, τα πράματα, το φως και το σκοτάδι.
Φωνάζει απ' έξω ο άνεμος με τα χίλια του στόματα
ονόματα κι ονόματα...

Μα κι η βροχή μού φαίνεται σα ν' απαγγέλλει στίχους,
παράλληλη και ρυθμική καθώς πέφτει στη γης.
Είμαι καλά στους τέσσερις της κάμαρής μου τοίχους:
Έφτασα στο λιμάνι της στοργής.
5. Γιώργος Σεφέρης (1900 -1970)
Ο πιο συγκροτημένος ποιητής της «Γενιάς του ΄30», Νόμπελ Λογοτεχνίας 1963

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ, Ζ΄

Ἡ λεῦκα στὸ μικρὸ περιβόλι
ἡ ἀνάσα της μετρᾷ τὶς ὦρες σου
μέρα καὶ νύχτα·
κλεψύδρα ποὺ γεμίζει ὁ οὐρανός.
Στὴ δύναμη τοῦ φεγγαριοῦ τὰ φύλλα της
σέρνουν μαῦρα πατήματα στὸν ἄσπρο τοῖχο.
Στὸ σύνορο εἶναι λιγοστὰ τὰ πεῦκα
ἔπειτα μάρμαρα καὶ φωταψίες
κι ἄνθρωποι καθὼς εἶναι πλασμένοι οἱ ἄνθρωποι.
Ὁ κότσυφας ὅμως τιτιβίζει
σὰν ἔρχεται νὰ πιεῖ
κι ἀκοῦς καμιὰ φορὰ φωνὴ τῆς δεκοχτούρας.
Στὸ μικρὸ περιβόλι δέκα δρασκελιὲς
μπορεῖ νὰ ἰδεῖς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου
νὰ πέφτει σὲ δυὸ κόκκινα γαρούφαλα
σὲ μίαν ἐλιὰ καὶ λίγο ἁγιόκλημα.
Δέξου ποιὸς εἶσαι.
Τὸ ποίημα
μὴν τὸ καταποντίζεις στὰ βαθιὰ πλατάνια
θρέψε το μὲ τὸ χῶμα καὶ τὸ βράχο ποὺ ἔχεις.
Τὰ περισσότερα -
σκάψε στὸν ἴδιο τόπο νὰ τὰ βρεῖς.
6. Αντρέας Εμπειρίκος (1901 – 1975)
Ο επαναστάτης του υπερρεαλισμού (ειδικά των ψυχαναλυτικών στοιχείων), του ερωτισμού και του ελεύθερου στίχου

Η ΑΝΟΔΟΣ
Οι λέξεις όταν πέφτουν στο σώμα της νυκτός
Μοιάζουν με καράβια που τις θάλασσες οργώνουν
Με άνδρες που σπέρνουν και γυναίκες που μιλούν
Μέσα στους ποππυσμούς των φιλημάτων
Σαύρες περνούν μέσα στα ρίγη των ακτών
Πελάγους που απλώνεται μέχρι την άμμο
Με πλαταγίσματα με παφλασμούς
Ολίγον πριν ο ήλιος ανατείλη
Ενώ ακούονται φωνές των ραψωδών της ύλης
Και αλαλαγμοί αλέκτορος ορθίου
Επί μιας στήλης άλατος χωρών μεσημβρινών
Όταν ογκούνται οι πόθοι στους αιγιαλούς
Μυριάδων που πορεύονται μεσ' στις ριπές του ανέμου
Μπροστά στα μάτια των ολβίων κορασίδων
Που κύπτουν με τα στήθη των εγγίζοντα το ύδωρ
Το καθαρό νερό των ρυακιών
Ώσπου να βρουν και να αισθανθούν στα σώματα και στας ψυχάς των
Άνευ ορίων άνευ όρων
Την κεκτημένη άνοδον της ηδονής.
7. Μαρία Πολυδούρη (1902 – 1930)
Φεμινίστρια, επαναστάτρια, φθισική- μια σύντομη ζωή που έγινε θρύλος μέχρι σήμερα, συνήθως από μη (ανα)γνώστες της

ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

«Οἱ νέοι ποὺ φτάσανε μαζὶ στὸ ἔρμο νησί» μὲ σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηὖραν ἐσὺ νὰ λείπης.
Τὰ μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο ἐκίνησαν τὶς κεφαλὲς τῆς λύπης.
Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, ἀπὸ τὴ μόνωσή σου
ἕνα σημεῖο ἀπὸ φωτιὰ τοὺς ἔστελνες, γνωρίζαν
τὸ θλιβερὸ χαιρέτισμα ποὺ φώταε τῆς ἀβύσσου
τοὺς δρόμους κι᾿ ὅλοι ἀπόμεναν στὸν τόπο τους ποὺ ὁρίζαν.
Ἀπόμεναν στὴν ἴδια τους πικρία, κρεμασμένοι
ἔτσι μοιραῖα καὶ θλιβερὰ στὸ «βράχο» τοῦ κινδύνου.
Κι᾿ ὅταν πιὰ τοὺς χαιρέτισες, οἱ αἰώνια ἀπελπισμένοι
ψάλαν μαζὶ κάποια στροφὴ καθιερωμένου θρήνου.
Μὰ φτάνουν πάντα στὸ «νησί» τὰ νέα παιδιὰ ὁλοένα.
Στὴν ἄδεια θέση σου ζητοῦν τῆς ζωῆς τὸ ἐλεγεῖο.
Σοῦ φέρνουνε στὰ μάτια τους δυὸ δάκρυα παρθένα
καὶ τῆς καινούριας σου Ἐποχῆς τὸ πλαστικὸ ἐκμαγεῖο.
8. Μπάμπης Βασιλειάδης ή «Τσάντας» (1907 – 1970)
Σημαντικός στιχουργός, ιδίως του ρεμπέτικου

ΤΟ ΞΕΚΡΕΜΑΣΑ ΚΙ ΑΠΟΨΕ

Το ξεκρέμασα κι απόψε
Το παλιό μου μπουζουκάκι
για να σπάσουμε μεράκι
με μια αγάπη μου παλιά
για να σπάσουμε μεράκι
με μια αγάπη μου παλιά.

Το ξεκρέμασα κι απόψε
στο δικό της το χατίρι
κι όπως πλάι μου θα γείρει
τραγουδάκι θα της πω
κι όπως πλάι μου θα γείρει
τραγουδάκι θα της πω.

Θα της πω για την αγάπη
που 'ναι τώρα πια χαμένη
μα θα είναι ριζωμένη
όσα χρόνια κι αν θα ζω
μα θα είναι ριζωμένη
όσα χρόνια κι αν θα ζω
9. Νίκος Γκάτσος (1911- 1992)
Ποιητής της γενιάς του ΄30, περισσότερο γνωστός σα στιχουργός του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Ξαρχάκου

ΕΙΣΟΥΝ (ΗΣΟΥΝ) ΜΙΑ ΒΡΥΣΗ Τ΄ΟΥΡΑΝΟΥ

Όταν την πόρτα μου χτυπήσεις κάποια μέρα
μετανιωμένη θα κατέβω τα σκαλιά
να θυμηθούμε λίγο λίγο τα παλιά
που γίναν στάχτη και καπνός μες στον αγέρα.
να θυμηθούμε λίγο λίγο τα παλιά
που γίναν στάχτη και καπνός μες στον αγέρα.
Είσουν (Ήσουν) μια βρύση τ' ουρανού κι ήμουν μια στάλα
πικρή μου αγάπη στον απάνω μαχαλά
μέρα και νύχτα κάναμ' όνειρα πολλά
μέρα και νύχτα κάναμ' όνειρα μεγάλα
μέρα και νύχτα κάναμ' όνειρα τρελά
μέρα και νύχτα κάναμ' όνειρα μεγάλα.
Όλα χαθήκαν κι η ζωή μας πήγε στράφι
μας βρήκαν μπόρες μες στου κόσμου την ψευτιά
ποιος ξέρει η μοίρα στα κρυφά της τα χαρτιά
τι άλλη απόφαση για μας τους δυο να γράφει.
10. Μιχάλης Κατσαρός (1919 – 1998)
Ρηξικέλευθος, εικονοκλάστης που δε χαρίστηκε σε κανένα, εκφράστηκε και με πειραματική γραφή, έγραψε και τραγούδια

ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΔΑΣΟΣ

Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
Aνάβω τα χλωμά φανάρια στους δρόμους
προσπαθώ ν' αναστήσω.
Tα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
σε μυστικές συνεδριάσεις
τα ονόματα που οδήγησαν
όλα δολοφονούνται.
Tώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι
ντύνονται επίσημα στις δεξιώσεις
σε διπλωματικά συνέδρια ανταλλάσονται
χειραψίες
φριχτά υπομνήματα
παρευρίσκονται στις γιορτές, υποκλίνονται-
Tώρα πεθαίνουν.
Ω Pόζα Λούξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές,
Ω Tέλμαν, Tάνεφ
παγωμένοι σε επίσημες αίθουσες
δαφνοστεφείς ήρωες
μυθικά πρόσωπα
ελάτε.
Oι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν
ερωτιάρες γάτες πάνω στις στέγες μας
οι πρόεδροι ανταλλάσσουν επισκέψεις
οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται
κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας
μας περιπαίζουν.
Eγώ έχω μέσα στη θύμησή μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες
με τη φωτιά κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ.
Έχω στη θύμησή μου την ατμομηχανή που έφερε
τη νύχτα τον Λένιν
τον έξαλλο Mαγιακόφσκι που πυροβολούσε
τους υπουργούς
τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.
Πώς βγήκανε πάλι απ' αυτή τη φωτιά
ο Kος Διευθυντής
ο διπλωματικός ακόλουθος
ο Kος πρέσβης;
Kαι τώρα τι πρέπει να γίνει
σ' αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων
σ' αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;
Πώς θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές
ελευθερία, ισότητα, Σοβιέτ, εξουσία;
11. Μίλτος Σαχτούρης (1919 – 2005)
Αφομοιωμένος υπερρεαλισμός και συμβολισμός, βαθύς ανθρωπισμός, πυκνότητα στα όρια της αναγνωστικής διακριτικότητας

Η ΣΚΗΝΗ

Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά
Σπάγγοι διασχίζαν τὸ δωμάτιο ἀπ᾿ ὅλες
τὶς πλευρὲς
δὲ θά ΄ταν φρόνιμο κανεὶς
νὰ τοὺς τραβήξει
ἕνας ἀπὸ τοὺς σπόγγους ἔσπρωχνε τὰ σώματα
στὸν ἔρωτα
Ἡ δυστυχία ἀπ᾿ ἔξω
ἔγδερνε τὶς πόρτες
12. Άρης Αλεξάνδρου (1922 – 1978)
Πολύ περισσότερο γνωστός από «Το κιβώτιο», το κορυφαίο ελληνικό μεταπολεμικό μυθιστόρημα
Η ΑΝΑΜΜΕΝΗ ΛΑΜΠΑ
Εσείς που υπακούτε σε κυβερνήσεις και Π. Γ.
σαν τους νεοσύλλεκτους στο σιωπητήριο
θ’ αναγνωρίσετε μια μέρα πως η ποσότητα της πίκρας
έτσι που νότιζε τους τοίχους του κελιού
ήταν αναπόφευκτο να φτάσει στην ποιοτική μεταβολή της
και ν’ ακουστεί
                         σαν ουρλιαχτό
                                                 σαν εκπυρσοκρότηση.
Εσείς που άλλα λέγατε στους φίλους σας κι άλλα στην καθοδήγηση
θ’ αναγνωρίσετε μια μέρα πως εγώ
ήμουνα μονάχα παραλήπτης
των όσων μου ’στελναν γραμμένα με λεμόνι
οι φυλακισμένοι
και των δυο ημισφαιρίων.
Αν μου πρέπει τιμή
είναι που είχα πάντοτε τη λάμπα αναμμένη μέσα στην κάμαρά μου
κ’ έκανα την εμφάνιση των μυστικών τους μηνυμάτων
κρατώντας τις λογοκριμένες τους γραφές πάνω από τη φλόγα.
13. Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 – 2005)
Χαμηλών τόνων, ο κατεξοχήν ποιητής «της ήττας»
ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Πέθανες- κι έγινες και συ: ο καλός,
O λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Tριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι
                                                               αντιπροέδρων,
Eφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που
                                                                     προσέφερες.
A, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο τόξερα τί κάθαρμα ήσουν,
Tί κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Kοιμού εν ειρήνη, δεν θα 'ρθώ την ησυχία σου να ταράξω.
(Eγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.)
Kοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
O λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Δε θά 'σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.
14. Γιώργος Ιωάννου (1927- 1985)
Πιο γνωστός σαν κορυφαίος πεζογράφος, που συνδύαζε με μοναδικό τρόπο πολλές ιδιοτυπίες. 
ΤΟ ΜΟΝΟ

Ανήκω πλέον σ’ όλα τα Ταμεία∙
πληρώνω Φόρο Καθαράς Προσόδου,
Ταμείο Αρωγής, Ταμείο της Προνοίας,
Υγειονομική Περίθαλψη, Έκτακτη Εισφορά,
Μετοχικό Ταμείο, για δυο λόγους,
Ταμείο της Συντάξεως, Ταμείο Ασφαλείας.
Τώρα το μόνο που μπορώ είναι να αρρωστήσω…
15. Μάριος Χάκκας (1931- 1972)
Επίσης γνωστότερος για το μείζον πεζογραφικό του έργο, που συνδύαζε (αυτο)σάτιρα, κριτική προς την Αριστερά και γνώση του επελαύνοντος καρκίνου
ΜΥΡΤΩ ΣΤΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΛΙΑΚΑΔΑ, ΙV

Μυρτώ των φθινοπωρινών ξενοδοχείων
Οι κάμαρες δε βλέπουν τη βροχή.
Μόνο κοιτάζουν σ’ άδειες ντουλάπες
σ’ ένα λαβομάνο χωρίς σεμνοτυφία
σ’ έναν καθρέφτη που μετράει ρυτίδες
χωρίς πρόσωπο ένα πόδι γυμνό
σκοπεύει τα κλειστά παράθυρα
κι είναι βγαλμένα πάνω στο σεντόνι
ζαρτιέρες μάτια και στηθόδεσμος
16. Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996)
Λυρισμός, εσωστρέφεια, δύσκολη ζωή και τελικά «Δύσκολος θάνατος»

ΕΡΕΙΠΙΟ ΑΠ΄ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

Ερείπιο απ’ τα ναρκωτικά του ήλιου έρχεσαι
ν’ αποτελειώσεις την παλιά συνομιλία
να με ξεπλύνεις απ’ την περασμένη άνοιξη
Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω
17. Βύρων Λεοντάρης (1932 – 2014)
Υπαρξιακός, ανθρωπιστής, απροσδόκητος, στο μεταίχμιο μεταξύ μοντέρνου και παραδοσιακού στίχου
Η ΟΜΙΧΛΗ ΜΠΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ

Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.
Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης.
Σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη.
Ποτάμι που έχει μείνει ξερή η κοίτη
πώς να ’χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε σένα αλλιώς να ζήσεις.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.
18. Κατερίνα Γώγου (1940 – 1993)
Πασίγνωστη σαν επαναστάτρια - θρύλος, (συνήθως εξ ακοής και/ή λόγω μόδας), λιγότερο γνωστή για το σπαραγμό και το αυτοκαταστροφικό αδιέξοδο των στίχων της
[ΠΑΕΙ. ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ]

Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σού ‘χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.
19. Γιάννης Βαρβέρης (1955- 2011)
Ο κατεξοχήν λόγιος και καλλιεργημένος ποιητής της «Γενιάς του ΄70», με το ιδιότυπο προσωπικό στιλ
ΤΙ ΝΑ ’Ν’ ΤΟ ΣΩΜΑ

Μην είν’ οι κάμποι, τα ψηλά βουνά;
Κάτι από δύση θα ‘ναι πάντως σε κραιπάλη
κι έχει στολίδια του μαντείες
να μη σαστίζει σ’ αλλαξοκαιριές.
Πάλι μπορεί και να ‘ναι πέρασμα ενός τραίνου
κι όχι το πέρασμα ενός τραίνου επακριβώς
αλλά η ησυχία της διάβασης: -δυο ησυχίες:
εκείνη που προηγείται κι αυτή που έπεται.
Ή το πιο απίθανο, μες στον κοιτώνα
καθώς επικρατεί το σκόρπισμα του ελέους
κι οι αψήφιστες ραγισματιές στο ημίφως
να ‘ναι μια σάρκα που φτεροκοπά
ενώπιον των οστών της.
20. Διονύσης Μενίδης (1956 – 2014)
Γνωστός κυρίως στους μυημένους, συνδύαζε ιστορικότητα, μεγαλόπνοο ύφος και απρόσμενο στοιχείο

ΑΡΧΑΪΚΟΝ
Με το χαμόγελο στα χείλη
Κοιτώντας κατάματα τη Σιωπή
Το αποφασιστικό βήμα έγινε.
Στάση ζωής η κίνηση της ψυχής τους
Πολεμώντας να ενώσουνε την αρχή με το τέλος
Κι η κόψη του ξυραφιού το πιο σίγουρο έδαφος
Ο τόπος τους. Τ΄ όνομα και το πρόσωπο η ομορφιά τους.
Έλληνες αεί παίδες.
Διαλέξανε να είν΄ αυτοί που δεν έχουνε το θεό τους.

Στην Φωτό: Κατερίνα Γώγου

d.fyssas@gmail.com

..........................................................

Θαυμάσια ευκαιρία.... για ποίηση....

Lamprini T.